Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
Λεξιλόγιο
δοκῶ : φαίνομαι , νομίζω , ( δοκεῖ μοι [ απρόσωπο ]: μου φαίνεται )/ βουλεύομαι : σκέφτομαι / περιορῶ : ανέχομαι , παραμελώ , παραβλέπω / τέμνομαι : λεηλατούμαι / φείδομαι : λυπάμαι , δείχνω ενδιαφέρον / τρόπαιον : μνημείο νίκης / κατέρχομαι : ( για ε- ξόριστο ) επιστρέφω από την εξορία / φεύγω : τρέπομαι σε φυγή
23