Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Page 140

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
✓ οὔτε ἄρχομεν πολέμου , ὦ ἄνδρες Πελοποννήσιοι , οὔτε τὰς σπονδὰς λύομεν || ούτε πόλεμο αρχίζουμε , Πελοποννήσιοι , ούτε τη συνθήκη παραβιάζουμε .
✓ ὡς δ ’ αὐτοὺς χρὴ λῆξαι τῆς λύπης ; || με ποιο τρόπο άραγε πρέπει αυτοί (= οι γονείς των νεκρών ) να καταπαύσουν το πένθος τους ;
θ . Όσα σημαίνουν χωρισμό , απομάκρυνση , απαλλαγή , αποχή : χωρίζομαι , διέχω ( απέχω ), ἄπειμι ( απομακρύνομαι ), εἴκω ( υποχωρώ ), παραχωρῶ ( παραμερίζω ), ἀπαλλάττω ( απαλλάσσω ), ἐλευθερῶ ( ελευθερώνω ), λύω ( λύνω , ε- λευθερώνω ), ἀφίεμαι ( αφήνω , απαλλάσσω ), ἀπέχω / ἀπέχομαι ( απέχω ), ἀφίσταμαι ( αποστατώ , απομακρύνομαι ).
✓ Ὁδοῦ παραχωροῦσι || Παραμερίζουν στο δρόμο . ✓ Ἀπηλλάγησαν τοῦ κινδύνου || απαλλάχτηκαν από τον κίνδυνο .
✓ Πᾶσα ἐπιστήμη χωριζομένη ἀρετῆς πανουργία φαίνεται || Κάθε γνώση , όταν χωρίζεται από την αρετή , αποδεικνύεται κακία .
✓ Ἁπέχει Πλάταια Θηβῶν σταδίους ἐβδομήκοντα || Οι Πλαταιές απέχουν από τη Θήβα εβδομήντα στάδια . ι .
Πολλά σύνθετα ρήματα με τις προθέσεις ἀπό , ἐκ , κατά , πρό , ὑπέρ : ἀποκλείω ( παρεμποδίζω ), ἀφίσταμαι ( απομακρύνομαι , αποστατώ ), ἐκβάλλω ( μεταφέρω έξω ), ἐκβαίνω ( εξέρχομαι ), προτιμῶ ( φροντίζω , προσέχω ), ὑπεραλγῶ ( λυπάμαι ), ὑπερέχω , καταγελῶ ( περιγελῶ ).
✓ καταφρόνει τῶν περὶ τὸν πλοῦτον σπουδαζόντων || να καταφρονείς εκείνους , οι οποίοι με ζήλο επιδιώκουν να αποκτήσουν πλούτη .
✓ καὶ ἥ τε βουλὴ ἡδέως αὐτῶν κατεψηφίζετο || και η Βουλή ευχαρίστως τους καταδίκαζε .
✓ Οἱ ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πολλάκις τῶν ὀρθῶς λεγόντων καταγελῶσι . || Οι πολίτες στις συνελεύσεις πολλές φορές κοροϊδεύουν τους ρήτορες που μιλούν σωστά .
140