Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
✓ ( Θεόπομπος ) ἀφικόμενος τριταῖος ἀπήγγειλε ( τὰ γεγονότα ) || ο Θεόπομπος αφού έφτασε μετά από τρεις μέρες ανακοίνωσε όσα είχαν συμβεί .
✓ ἐγώ σε , ὦ Φαλῖνε , ἄσμενος ἑόρακα || εγώ , Φαλίνε , με χαρά σε είδα .
✓ Κερκυραίοις δὲ τοῖσδε ξυμμάχοις οὖσι βοηθοὶ ἤλθομεν || ήρθαμε για να βοηθήσουμε του Κερκυραίους αυτούς εδώ που είναι σύμμαχοί μας .
Υπάρχουν κάποιες λέξεις που συνήθως χρησιμοποιούνται ως επιρρηματικό κατηγορούμενο :
α ) τρόπου : ἀθρόος ( μαζικά ), ἑκών / ἑκούσιος ( με τη θέλησή του ), ἄκων / ἀκούσιος ( χωρίς τη θέλησή του ), ἄσμενος ( με ευχαρίστηση ), ἥσυχος , ὅρκιος ( με όρκο ) ἐναντίος / ἀντίος ( μετωπικά ), ὑπόσπονδος ( με συμφωνία ) αὐτοκράτωρ ( με απόλυτη εξουσία ), αὐθαίρετος ( με δική του πρωτοβουλία ), αὐτόματος ( μόνος του ), αὐτόνομος , μόνος , ταχύς , ἀργός , ἥσυχος , πυκνός , αὔτανδρος .
β ) τόπου : ὑπαίθριος ( στο ύπαιθρο ) πελάγιος , ἀντίος / ἐναντίος ( απέναντι , εναντίον ), μετέωρος ( στον αέρα ), ἐφέστιος ( πάνω στην εστία ), ὅμορος ( κοντά στα σύνορα ), ὑπερπόντιος ( πάνω από το πέλαγος ), θυραῖος ( κοντά στην πόρτα ), θαλάσσιος ( στη θάλασσα ).
γ ) χρόνου : ὄρθιος ( τα ξημερώματα ), σκοταῖος ( ενώ είναι σκοτάδι ), ἡμερήσιος ( για μια μέρα ), ἐνιαύσιος ( κάθε χρόνο ), ὄψιος ( αργά ) ἑσπέριος ( το απόγευμα ), νέος , γέρων , γηραιός , παλαιός , παλαίτατος ( πολύ παλιός ).
δ ) σκοπού : βοηθός , διδάσκαλος , φύλαξ , δικαστής , ἡγεμών , ἄρχων , στρατηγός , σύμβουλος , εἰρηνοποιός , πρεσβευτής , τιμωρός , ἐπίκουρος ( βοηθός ).
ε ) σειράς : πρῶτος , πρότερος , δεύτερος , τρίτος , τριταῖος , τελευταῖος , ὕστερος ( μετά από κάποιον ), ὕστατος ( τελευταίος ).
Προληπτικό κατηγορούμενο ή του αποτελέσματος . Τα ρήματα που σημαίνουν εξέλιξη , όπως αὔξομαι , αὐξάνομαι , αἴρομαι ( υψώνομαι ), τρέφομαι , πνέω , ῥέω κ . τ . ό . δέχονται κατηγορούμενο το οποίο αποδίδει στο υποκείμενό τους μιαν ιδιότητα την ο- ποία δεν έχει ακόμη , αλλά θα είναι το τελικό αποτέλεσμα της εξέλιξης που δηλώνει το ρήμα . Το προληπτικό κατηγορούμενο είναι πάντοτε άναρθρο επίθετο .
✓ ᾔρετο δὲ τὸ ὕψος τοῦ τείχους μέγα || το ύψος του τείχους ανέβαινε και γινόταν μεγάλο ( μεγάλωνε το τείχος σε ύψος ).
109