ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ χαρακτηριστικά πράγματα στο ύφος του.
88
ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ χαρακτηριστικά πράγματα στο ύφος του.
Στη δεκαετία του 1970 η Ελλάδα περνάει δύσκολα, πρώτα με τη δικτατορία και μετά με τη Μεταπολίτευση. Αυτό φαίνεται και στη μουσική του Σαββόπουλου γιατί ο ήχος του γίνεται πιο ηλεκτρικός και πιο δυνατός. Χρησιμοποιεί περισσότερο ροκ στοιχεία, με ένταση και πιο βαριά ατμόσφαιρα και οι στίχοι του συχνά σχολιάζουν την κοινωνία και την εποχή.
Θα ακούσουμε ένα απόσπασμα από το « Έλσα σε φοβάμαι »( 1972). Εκεί καταλαβαίνουμε αμέσως ότι έχει αφήσει πίσω τον πιο ήρεμο ήχο των’ 60s και περνάει σε κάτι πιο έντονο, που ταιριάζει με το κλίμα εκείνων των χρόνων.
Παρόλα αυτά, σε άλλα τραγούδια της ίδιας δεκαετίας δεν μένει μόνο στο ροκ: συνδυάζει ταυτόχρονα παραδοσιακά στοιχεία μέσα στη μουσική και αυτό σιγά σιγά γίνεται ένα από τα πιο χαρακτηριστικά πράγματα στο ύφος του.
Στη δεκαετία του 1980 ο Διονύσης Σαββόπουλος γίνεται πιο“ ελληνικός” στον ήχο του και στρέφεται περισσότερο σε λαϊκά και παραδοσιακά στοιχεία. Παίρνει ρυθμούς που θυμίζουν πανηγύρι ή γιορτή και τους συνδυάζει με πιο σύγχρονα όργανα. Το ροκ δεν εξαφανίζεται αλλά μένει περισσότερο σαν ενέργεια και ένταση, ενώ αυτό που κυριαρχεί είναι η χορευτική αίσθηση και η ιδέα ότι το τραγούδι το λένε όλοι μαζί.
Θα ακούσουμε ένα απόσπασμα από το « Ας κρατήσουν οι χοροί »( 1983). Ο ρυθμός είναι πολύ χορευτικός και σου δίνει την αίσθηση γιορτής, ενώ το τραγούδι μοιάζει φτιαγμένο για να το τραγουδάει μια παρέα ή ένα ολόκληρο κοινό.
Από τα’ 90s και μετά το ύφος του ωριμάζει και
ακούγεται πιο « ελληνικό ». Το λαϊκό και το παραδοσιακό παίρνουν τον πρώτο ρόλο, είτε ως ρυθμοί και τρόποι ερμηνείας είτε ως συνολική αισθητική. Το ροκ δεν εξαφανίζεται αλλά λειτουργεί περισσότερο ως κληρονομιά και αναφορά, όχι ως κύριο εργαλείο. Σε αυτή την περίοδο ο τόνος γίνεται συχνά πιο στοχαστικός και σκηνικός, σαν να συνομιλεί με τη διαδρομή του και με το κοινό του. Στο απόσπασμα από το « Μην πετάξεις τίποτα »( 1994) ακούγεται καθαρά ότι η βάση του τραγουδιού είναι λαϊκή: ο ρυθμός και η αίσθηση είναι πιο ζεστά και πιο απλά, σαν τραγούδι που θα ακουγόταν σε μια παρέα. Έτσι δείχνει πως μετά τις πιο“ ηλεκτρικές” φάσεις του, γυρνάει σε έναν ήχο πιο κοντά στο λαϊκό. Κλείνοντας, βλέπουμε ότι ο Διονύσης Σαββόπουλος δεν έμεινε ποτέ ίδιος αλλά άλλαζε μαζί με την εποχή. Στα δεκαετία του’ 60 ξεκίνησε πιο ήρεμα και με έμφαση στους στίχους, στα’ 70s ο ήχος έγινε πιο ηλεκτρικός και“ φορτισμένος”, στα 80s βγήκε πιο έντονα η ελληνική παράδοση και η αίσθηση της γιορτής και από τα 90s και μετά ο ήχος του έγινε πιο ώριμος και πιο λαϊκός. Αυτό που μας μένει είναι ότι κατάφερε να ενώσει ροκ, λαϊκό και παραδοσιακό με έναν δικό του τρόπο και να γράψει τραγούδια που δεν ήταν απλώς για διασκέδαση αλλά είχαν βαθύτερο νόημα. Μέσα από τα τραγούδια του μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα την ιστορία και την κοινωνία της σύγχρονης Ελλάδας. Για αυτό ο γνωστός πλέον σε όλους μας Νιόνιος είναι ένας καλλιτέχνης που θαυμάζουν μικροί και μεγάλοι.
Μαρία Σαμαρίκου β5