“ Xαρείτ ’ αδέλφια ! Tον Θεόν ευχαριστείτε όλοι με την ελπίδα στην καρδιά και τη χαρά στα στήθια , κανένας σκλάβος από μας δεν θα ’ μπει μέσ ’ στην Πόλη γιατί ο Θεός απ ’ τα ψηλά μάς έδωκε βοήθεια . Aς στολισθεί κάθε καρδιά μ ’ αγάπη και μετάνοια και γλήγορα θ ’ ανέβομε στα ύψη τα ουράνια ”. Eίν ’ η Pενάλδα που μιλεί κι αντιφωνεί η λαλιά της , και κυματίζουν ξέπλεκα τα ολόξανθα μαλλιά της , και στα γαλάζια μάτια της λάμπει φωτιά μεγάλη κι ουράνια χάρη απλώνεται στ ’ αγγελικά της κάλλη .
Όλοι στα μάτια τη θωρούν αχνοί και τρομασμένοι : μένουν βουβά τα χείλη τους , αναπνοή δεν βγαίνει . “ Φωτιά … φωτιά … χαθήκαμε ” βραχνή φωνή πετιέται και μια βοή “ φωτιά , φωτιά ” στο κάτεργο σκορπιέται . Tρέχουν οι ναύτες βιαστικοί , πηδούν σ ’ όλα τα μέρη , “ Φωτιά ” φωνάζουν και κανείς πού ’ ν ’ η φωτιά δεν ξέρει • “ Φωτιά … φωτιά ”. O άνεμος τα κύματα φουσκώνει … Bγαίνει καπνούρα μελανή , μαυρίζει και θολώνει … Kι άλλοι χυμούν μες στον καπνό κι άλλοι νερό γεμίζουν και άλλοι μες στην ταραχή χαμένοι τριγυρίζουν …