Tο τελευταίο “ έχε γειά ” να πει στο έρμο χώμα που κλείνει του πατέρα της τ ’ ανδρειωμένο σώμα ; Δεν θα ’ λθει πέρα στα βουνά στερνή ματιά να ρίξει και με τους άλλους δυστυχείς το δάκρυ της να σμίξει ; Πού ’ ν ’ η Pενάλδα ; Ξέχασε τί λόγο έχ ’ ειπωμένο , σαν έφεραν το γέρο της εμπρός της πεθαμένο
πως θα ’ ναι μόνος της σκοπός στον κόσμο που θα ζήσει
όσο μπορεί περσότερους απίστους ν ’ αφανίσει ;
Πού ’ ν ’ η Pενάλδα ; Ξέχασε τον όρκο που ’ χει πάρει
επάνω στου πατέρα της το κάτασπρο λιθάρι ,
πως αν ποτέ στη Λευκωσιά , πατήσουν Mουσουλμάνοι
παρά να γίνει σκλάβα τους … αχ ! κάλλιο ν ’ αποθάνει ;
Γοργά , γοργά το κάτεργο απ ’ τη στεριά μακραίνει … Tώρα κανείς δεν ομιλεί , τώρα κανείς δεν κρένει , απ ’ την πολλήν απελπισιά εσώπασαν οι θρήνοι κάθε καρδιά τον πόνο της μέσα στα στήθια κλείνει .