ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2013
ΦΕΡΑΙΑΚΙΑ
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
Για τούτο κι ο άγιος Βασίλης κόνεψε στο
Και είπε ο άγιος Βασίλης όλον τον
σπίτι τους, και κάθισε µέσα, σα να' τανε
Όρθρο και τον Κανόνα της Εορτής:
δικό του σπίτι, και βλογηθήκανε τα
«Δεύτε λαοί άσωµεν άσµα Χριστώ τω
θεµέλια του.
Θεώ» χωρίς να πει το δικό του τον
Κείνη τη νύχτα τον περιµένανε όλες οι
Κανόνα, που λέγει: «Σου την φωνήν
πολιτείες και τα χωριά της Οικουµένης,
έδει παρείναι , Βασίλειε».
οι αρχόντοι, οι δεσποτάδες και οι
επίσηµοι άνθρωποι µα εκείνος δεν πήγε
σε κανέναν, παρά πήγε και κόνεψε στο
καλύβι του Γιάννη του Βλογηµένου.
Και ύστερα είπε όλη τη λειτουργία και
έκανε απόλυση και τους βλόγησε. Και
σαν καθήσανε στο τραπέζι και φάγανε
και αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη
Το λοιπόν, σαν σκαρίσανε τα πρόβατα,
βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στο
µπήκε µέσα ο Γιάννης και λέγει στον
σοφρά.
άγιο: «Γέροντα, έχω χαρά µεγάλη. Θέλω
να µας διαβάσεις τα γράµµατα τ' Αη-
Κι ο άγιος Βασίλης πηρέ το µαχαίρι και
σταύρωσε τη βασιλόπιτα, και είπε:
Βασίλη. Εγώ είµαι άνθρωπος
αγράµµατος, µα αγαπώ τα γράµµατα της
- «Εις το όνοµα του Πατρός και του
θρησκείας µας. Έχω και µια φυλλάδα
Υιού και του Αγίου Πνεύµατος».
από έναν γούµενο αγιονορίτη, κι όποτε
Και έκοψε το πρώτο κοµµάτι και είπε:
τύχει να περάσει κανένας
«Του Χριστού».
γραµµατιζούµενος, τον βάζω και µου
διαβάζει από µέσα την φυλλάδα, γιατί
δεν έχουµε κοντά µας εκκλησία».
Έπιασε και θαµπόφεγγε κατά το µέρος
Και ύστερα είπε: «Της Παναγίας».
Και ύστερα είπε: «του νοικοκύρη Γιάννη
του Βλογηµένου».
της ανατολής. Ο άγιος Βασίλης
Του λέγει ο Γιάννης:
σηκώθηκε και στράφηκε κατά την
- «Γέροντα, ξέχασες τον αη-Βασίλη!».
ανατολή και έκανε το σταυρό του,
Και υστέρα, σηκώθηκε όρθιος ο άγιος
Βασίλειος και είπε την ευχή του:
- «Κύριε ο Θεός µου, οίδα ότι ουκ ειµί
άξιος, ουδέ ικανός, ίνα υπό την στέγην
εισέλθης του οίκου της ψυχής µου».
Και είπε ο Γιάννης ο Βλογηµένος:
- «Πες µου, γέροντα, που ξέρεις τα
Του λέγει ο άγιος:
γράµµατα, σε ποια παλάτια άραγες πήγε
από το ταγάρι του, και είπε:
«Ναι καλά!» και ύστερα λέγει:
σαν απόψε ο άγιος Βασίλης; Οι αρχόντοι
«Ευλογητός ο Θεός ηµών πάντοτε, νυν
- «Του δούλου του Θεού Βασιλείου».
και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων».
Και ύστερα λέγει πάλι:
επειδής η φτώχεια µας κάνει να
- «Του νοικοκύρη, της νοικοκυράς, του
κολαζόµαστε».
παιδιού, του παραγιού, των ζωντανών,
Κι ο άγιος Βασίλης δάκρυσε και είπε πάλι
των φτωχών».
την ευχή, αλλιώτικα:
χέρια. Κι ο άγιος Βασίλης είπε το «Θεός
Τότε λέγει στον άγιο ο Γιάννης ο
- «Κύριε, ο Θεός µου, οίδα ότι ο δούλος
Κύριος» και τ' απολυτίκιο της Περιτοµής
Βλογηµένος:
σου Ιωάννης ο απλούς εστίν άξιος και
- «Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την
ικανός ίνα υπό την στέγην του εισέλθης.
αγιοσύνη σου;»
Ότι νήπιος υπάρχει και τα µυστήριά Σου
ύστερα έσκυψε και πήρε µια φυλλάδα
Κι ο Γιάννης ο Βλογηµένος πήγε και
στάλθηκε από πίσω του, κ' η γυναικά
βύζαξε το µωρό και πήγε και κείνη και
στάθηκε κοντά του, µε σταυρωµένα
«Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην
προσέλαβες», δίχως να πει και το δικό
του το απολυτίκιο που λέγει: «Εις πάσαν
και οι βασιλιάδες τι αµαρτίες να' χουνε;
Εµείς οι φτωχοί είµαστε αµαρτωλοί,
τοις νηπίοις αποκαλύπτεται».
την γην εξήλθεν ο φθόγγος σου».
Του λέγει ο άγιος:
Η φωνή του ήτανε γλυκειά καιταπεινή, κι
- «Έκοψα, Βλογηµένε!».
ο Γιάννης και η γυναίκα του νοιώθανε
Μα ο Γιάννης δεν κατάλαβε τίποτα ο
µεγάλη κατάνυξη, κι ας µην
µακάριος.
Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης
ο µακάριος, ο Γιάννης ο Βλογηµένος.•
καταλαβαίνανε τα γράµµατα.
,1 5