ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2013
ΦΕΡΑΙΑΚΙΑ
δε δίνουνε βοήθεια, ούτε σε πεθαµένο», και
Κι ο άγιος Βασίλης ήτανε σαν καλόγερος
βγήκε από το νεκροταφείο, και περπατούσε
ζητιάνος, µε µια σκούφια παλιά στο κεφάλι
ολοµόναχος µέσα στα παγωµένα χιόνια.
του, και τα ράσα του ήτανε τριµµένα και
Παραµονή της πρωτοχρονιάς έφταξε σε
κάτι χωριά που ήταν τα πιο φτωχά
µπαλωµένα και τα τσαρούχια του τρύπια,
και είχε και ένα παλιοτάγαρο αδειανό.
ανάµεσα στα φτωχοχώρια, στα µέρη της
Ο Γιάννης ο Βλογηµένος έβαλε ξύλα στο
Ελλάδας. Ο παγωµένος αγέρας βογκούσε
τζάκι. Και παρευθύς, φεγγοβόλησε το
ανάµεσα στα χαµόδεντρα και στα βράχια,
καλύβι και φάνηκε σαν παλάτι.
ψυχή ζωντανή δεν φαινότανε, νύχτα πίσσα!
Είδε µπροστά του µια ραχούλα, κι από
κάτω της ήταν µια στρούγκα τρυπωµένη. Ο
άγιος Βασίλης µπήκε στη στάνη και
χτύπησε µε το ραβδί του την πόρτα της
καλύβας και φώναξε «Ελεήστε µε, τον
Ο Γιάννης ο Βλογηµένος
του Φώτη Κόντογλου
Ο άγιος Βασίλης, σαν περάσανε τα
Χριστούγεννα, πήρε το ραβδί του και
γύρισε σ' όλα τα χωριά, να δει ποιος θα τον
γιορτάσει µε καθαρή καρδιά. Πέρασε από
λογιών -λογιών πολιτείες κι από
κεφαλοχώρια, µα σ' όποια πόρτα κι αν
χτύπησε δεν του ανοίξανε, επειδή τον
πήρανε για διακονιάρη. Κι έφευγε
πικραµένος, γιατί ο ίδιος δεν είχε ανάγκη
από τους ανθρώπους, µα ένοιωθε το πόσο
θα πονούσε η καρδιά κανενός φτωχού από
την απονιά που του δείξανε κείνοι οι
άνθρωποι.
Μια µέρα έφευγε από ένα τέτοιο άσπλαχνο
χωριό, και πέρασε από το νεκρ :