ΔΙΗΓΗΜΑ
ΔΙΗΓΗΜΑ
1. ΙΩΑΝΝΑ ΓΚΕΛΗ
4 ο Λύκειο Χαϊδαρίου, τάξη Β
ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΕΝΑΡΙΟ
ΠΕΡΑΣΑΜΕ το κατώφλι και σχεδόν αμέσως μια αίσθηση ζεστασιάς και οικειότητας με πλημύρισε. Η αίθουσα έμοιαζε σαν ένας κόσμος ανάμεσα στο θέατρο και το όνειρο. Οι τοίχοι είχαν σκουρόχρωμους βελούδινους τόνους και από το ταβάνι κρέμονταν νήματα με μικρά φώτα, που έλαμπαν σαν αστέρια. Στον έναν τοίχο, προβολείς φώτιζαν απαλά μια χαμηλή σκηνή, ενώ στον απέναντι υπήρχε ένα πιάνο. Άνθρωποι ήδη χαμογελούσαν, γελούσαν, χαιρετούσαν ο ένας τον άλλο. Δεν είχε πολλούς ανθρώπους, όμως είχε μια ζεστασιά που με έκανε να αισθάνομαι πολύ όμορφα. Μπορούσες να μυρίσεις ένα μείγμα από ξύλο, λίγο παλιό κρασί και κάτι λουλουδάτο, σαν γιασεμί. Μου έδινε την αίσθηση πως βρισκόμουν σε ένα παραμύθι και ήμουν εκεί όχι ως θεατής αλλά ως πρωταγωνίστρια.
Όταν το βλέμμα μου έπεσε πάνω σε εκείνον, ένιωσα σαν μέσα μου να ήξερα τη συνέχεια του παραμυθιού. Τον παρατήρησα καλύτερα. Ψηλός, με έντονη αλλά όχι επιδεικτική παρουσία. Φορούσε ένα σκούρο σακάκι που του πήγαινε απόλυτα. Mε τα μανίκια λίγο γυρισμένα στους καρπούς του, σαν να είχε μόλις βγει από κάποια συνάντηση ή σαν να μην τον ένοιαζε αν δεν φαινόταν τέλειος. Τα μαλλιά του ήταν ελαφρώς ατημέλητα και τα μάτια του … σαν δυο κεχριμπάρια, ήταν βαθιά και ήσυχα. Το πρόσωπό του σοβαρό, χωρίς καμία επιτηδευμένη έκφραση. Υπήρχε κάτι τόσο γοητευτικό στην απλότητά του και στο γεγονός ότι δεν ήξερα πολλά για εκείνον, μόνο ότι είχε τελειώσει σκηνοθεσία και εκείνος, ότι εγώ φέτος θα τελείωνα την υποκριτική και ήταν αρκετό τουλάχιστον για την ώρα.
Κρατούσε ένα ποτήρι με κάτι που δεν καταλάβαινα τι ήταν στο χέρι. Κάτι στην κίνησή του, στον τρόπο που έγερνε το κεφάλι του όταν ήθελε να ακούσει τι έλεγαν τα άτομα γύρω του, μου θύμιζε κάποιον … ή μάλλον κάτι, ένα συναίσθημα οικείο, αλλά δεν αναγνώριζα ακόμα ποιο ήταν. Σαν να τον είχα δει σε όνειρο ή να
90