( Χαμογελά αχνά).
Μου αρέσει να κοιτάζω τη νύχτα. Τη νύχτα όλα επιτρέπονται. Οι δρόμοι γίνονται ποτάμια φωτός, τα κτίρια κουτιά γεμάτα ξένες ζωές. Παράθυρα φωτισμένα – κάποιος γελά, κάποιος τσακώνεται, κάποιος δεν μπορεί να κοιμηθεί. Όλοι πάνε κάπου. Εκτός από μένα.
( Παύση). Εγώ περνάω απ’ έξω.( Σηκώνεται αργά, σαν το όχημα να επιταχύνει).
Κάθε τόσο σκέφτομαι να κατέβω. Να πατήσω το κουμπί. Να πω « εδώ ». Αλλά πάντα υπάρχει κάτι που με κρατάει. Ο φόβος μήπως αυτή δεν είναι η σωστή στάση. Μήπως η επόμενη είναι καλύτερη. Πιο φωτεινή. Πιο … αληθινή.
( Στρέφεται προς το κοινό). Ξέρεις πόσες ζωές χάνονται έτσι; Όχι από λάθη. Από αναμονή.( Κάνει λίγα βήματα).
Η πόλη είναι ένας χάρτης από επιλογές. Κάθε δρόμος οδηγεί κάπου. Αλλά όταν είσαι επιβάτης, ο χάρτης δεν είναι δικός σου. Είναι όμορφος, αλλά άχρηστος.
( Παύση. Σφίγγει τα χέρια).
Κάποιες νύχτες νιώθω πως αν το όχημα σταματήσει απότομα … αν όλα σβήσουν … δεν θα ξέρω ποιος είμαι χωρίς αυτή την κίνηση γύρω μου. Σαν να υπάρχω μόνο όσο περνάω δίπλα από τη ζωή, όχι μέσα της.
( Κάθεται ξανά).
Ο ήχος της μηχανής με νανουρίζει. Με πείθει πως όλα είναι εντάξει. Πως δεν χρειάζεται να κάνω τίποτα άλλο. Να μείνω εδώ. Να κοιτάζω. Να λέω ιστορίες για μέρη όπου δεν κατέβηκα ποτέ.
( Σηκώνει το κεφάλι, πιο αποφασιστικά). Αλλά κάτι αλλάζει. Το νιώθω. Όχι έξω. Μέσα. Σαν τράνταγμα. Σαν φρένο.( Σηκώνεται απότομα).
Ίσως δεν είμαι φτιαγμένος μόνο για να παρατηρώ. Ίσως το ταξίδι δεν έχει νόημα, αν δεν λερωθείς λίγο. Αν δεν χαθείς. Αν δεν περπατήσεις σε δρόμο χωρίς φώτα.
52