Σελίδα 33 από 138
( πέτρες για βύθιση των δυτών), εργαλεία επεξεργασίας σφουγγαριών, ναυτιλιακά όργανα( εξάντας, πυξίδα, βαρόμετρο, μιλιομετρητής), σκάφανδρα και αντλίες αέρα. Η πλούσια συλλογή φωτογραφιών από τις αρχές του 20ου αιώνα αποτυπώνουν την πόλη και τις εκδηλώσεις που γίνονταν κατά την αναχώρηση των σφουγγαράδων και αποδεικνύουν με τον καλύτερο τρόπο πως η κοινωνική ζωή της Καλύμνου ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τη σπογγαλιεία. Επίσης, εκτίθενται λίθινες, μολύβδινες και σιδερένιες άγκυρες, ναυτικοί χάρτες 16ου- 17ου αιώνα, ευρήματα από ναυάγια, πέτρινες οβίδες, ξάρτια πλοίων, ναυτικά φανάρια, πιάτα με θαλασσινές παραστάσεις και μινιατούρες καϊκιών. Τέλος, θα δείτε παραδοσιακές ενδυμασίες, πιάτα, μαντίλια, μουσικά όργανα, έπιπλα εποχής, σεντόνια, μαξιλάρια, υφαντά, εξαρτήματα υφαντικής, αντικείμενα για τη ζύμωση του ψωμιού και στάμνες. Παραδοσιακά γυναικεία επαγγέλματα Καλύμνου: Κλαδοφόρες Πολλές φορές σαν ρίχνω τη ματιά μου στις πλαγιές των βουνών μας, θαρρώ πως βλέπω ακόμη γυναίκες κλαοφόρες, φορτωμένες στο κεφάλι το δεμάτι τα κλαδιά. Ίσως γιατί μ΄ άρεσε πάντα να τις παρακολουθώ από μακριά, από τότε που μπρόβαλαν πάνω στην κορφή και να κινοούνται αργά αργά, πρώτα σαν ένας όγκος ακαθόριστος, που μετακινιότανε και που μόνο σαν πλησίαζε στα ριζιμιά του βουνού ξεκαθάριζες την ανθρώπινη φιγούρα. Μια από τις πιο βαριές δουλειές της παλιάς Καλυμιάς ήταν το πηγαίνομα στα κλαδιά. Βαρειά δουλειά, όμως, απαραίτητη και στενά στο σπιτικό δικό της φούρνο, με τα κλαδιά φώτιζε και ζέσταινε το φτωχικό της σπίτι, στην χειμωνιάτικη παγωνιά. Στα πιο παλιά χρόνια, ήσαν πολλές εκείνες που πήγαιναν στα κλαδιά. Κι αν δεν πήγαιναν συστηματικά, όμως δοκίμαζαν, και τους έχει μείνει σαν όμορφη ανάμνηση. Τούτη η δουλειά αργότερα απόμεινε στις κλαδοφόρες που κάναν επάγγελμα να πουλήσουν το δεμάτι τα κλαδιά, για να θρέψουν τη φαμίλια τους σαν δυστυχούσε ή για να σπουδάσουν τα παιδιά κι αδέλφια, να τα κάμουν επιστήμονες με τoν βαρύ τους μόχθο. Σιγά- σιγά μεταπολεμικά, χαθήκανε κι αυτές, κυρίως από τότε που η κάθε νοικοκυρά έπαψε να ζυμώνει και να φουρνίζει το ψωμί ολάκερης της βδομάδας. Όμως όλοι ακόμη της γενιάς μας θυμούνται πούβλεπαν τις κλαοφόρες να κατηφορίζουν από τις πλαγιές των βουνών, με τα πελώρια δεμάτια κλαδιά στο κεφάλι κι ύστερα να διασχίζουν τα στενά δρομάκια του Χωριού και της Πόθιας, ώστε να πάνε να τ΄ αποθέσουν στο σπίτι που τάχε παραγγείλει. Από μακριά φαντάζανε όμοιες με πανάρχαια ορθοστημένα αγάλματα, μονάχα με το κεφάλι λίγο σκυμμένο, γιατί εκείνο σήκωνε όλοτο βάρος, μα με το κορμί στητό και το βήμα ανάλαφρο, μικρό, πηδηχτό, γιατί έτσι το επέβαλα το πίεσμα του δεματιού από ψηλά … Δεν μοιάζαν πια γυναίκες, μοιάζαν μικρές θεές, νεράϊδες του βουνού, ιέρειες που ξεμάκραιναν από την εστία τους, μα μ΄ένα σκοπό, να κρατήσουν άσβηστη τη φωτιά του σπιτικού τους, θυσιάζοντας τον ύπνο και καταβάλλοντας κόπο δυσανάλογο με τις γυναίκειες τους δυνάμεις.