Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
δαίμων = θεός , μοίρα , τύχη . δέδοικα-δέδια = φοβούμαι τό δεδιός = ο φόβος . δείκνυμι = επιδεικνύω , αποδεικνύω . δεῖμα = φόβος . δεινός = φοβερός , ικανός , επιδέξιος τά δεινά = κίνδυνος , συμφορές . ἐν δεινῷ εἰμι = βρίσκομαι σε δύσκολη θέση . δελεάζομαι = εξαπατώμαι με δόλωμα . δέλεαρ = δόλωμα . δενδροτομέω-ῶ = κατακόπτω τα δέντρα , ερημώνω . δέω = έχω ανάγκη , στερούμαι . ὀλίγου ( μικροῦ ή παρά μικρόν ) ἐδέησα + απρμφ . Αορ . = λίγο έλειψε να … δέομαι = έχω ανάγκη , παρακάλω . δῆλος = φανερός , σαφής . δηλόω-ῶ = φάνερώνω , αποδεικνύω . δημηγορέω-ῶ = αγορεύω στη συνέλευση του λαού . δημηγορία = αγόρευση . δῆμος = λαός , δημοκρατικό πολίτευμα , δημοκρατικοί πολίτες . δημόσιος = κοινός δημοσίᾳ = με έξοδα του δημοσίου . δηόω-ῶ = λεηλατώ . διαβατήρια = θυσία προ της διαβάσεως της χώρας . διαβολή = συκοφαντία . διαγίγνομαι = ζω . διαγιγνώσκω = διαχωρίζω , εκφέρω γνώμη , αποφασίζω , διακρίνω . διάγω = ζω τη ζωή μου , διαρκώς κάνω κάτι , ζω . διαγωνίζομαι = αγωνίζομαι , μάχομαι , τελειώνω τον αγώνα . διάδηλος = ολοφάνερος . δίαιτα = ζωή , τρόπος ζωής . διαιτησία = λύση διαφοράς . διάκειμαι = είμαι διατεθειμένος . διακριβόω-ῶ = εξακριβώνω . διαλέγω = εκλέγομαι διαλέγομαι = συζητώ , μιλώ , συνεννοούμαι . διαλείπω = απέχω , μεσολαβώ οὐ διαλείπω + Κατηγ . μτχ . = διαρκώς . διαλείπω + μτχ . = παύω να … διαλλαγή = συμφιλίωση , συμφιλιωτική προσπάθεια .
372