Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Page 349

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
146 . τάττω και τάσσω : τακτοποιώ , βάζω σε τάξη
τάττω , ἔταττον , τάξω , ἔταξα , τέταχα , ἐτετάχειν – τάττομαι , ἐταττόμην , τάξομαι , ταχθήσομαι καὶ ταγήσομαι , ἐταξάμην , ἐτάχθην καὶ ἐτάγην , τέταγμαι , ἐτετάγμην
147 . τείνω : εκτείνω , απλώνω
τείνω , ἔτεινον , τενῶ , ἔτεινα , τέτακα , ἐτετάκειν – τείνομαι , ἐτεινόμην , τενοῦμαι , ταθήσομαι , ἐτεινάμην , ἐτάθην , τέταμαι , ἐτετάμην
148 . τελέω-ῶ : εκτελώ
τελῶ , ἐτέλουν , τελῶ , ἐτέλεσα , τετέλεκα , ἐτετελέκειν – τελοῦμαι , ἐτελούμην , τελοῦμαι , τελεσθήσομαι , ἐτελεσάμην , ἐτελέσθην , τετέλεσμαι , ἐτετελέσμην
149 . τέμνω : κόβω , σφάζω
τέμνω , ἔτεμνον , τεμῶ , ἔτεμον , τέτμηκα , ἐτετμήκειν – τέμνομαι , ἐτεμνόμην , τεμοῦμαι , ἐτεμόμην , ἐτμήθην , τέτμημαι , ἐτετμήμην
150 . τίθημι : θέτω , τοποθετώ
τίθημι , ἐτίθην , θήσω , ἔθηκα , τέθηκα , ἐτεθήκειν ( τέθεικα , ἐτεθείκειν ) – τίθεμαι , ἐτιθέμην , θήσομαι , τεθήσομαι , ἔθεμην , ἐτέθην , τέθημαι , ἐτεθήμην ( τέθειμαι , ἐτεθείμην ) παθ . πρκ . καὶ υπερ . κεῖμαι , ἐκείμην
151 . τίκτω : γεννώ
τίκτω , ἔτικτον , τέξομαι , ἔτεκον , τέτοκα , ἐτετόκειν – τίκτομαι , ἐτικτόμην , τεχθήσομαι , ἐτεκόμην , ἐτέχθην , τέτεγμαι , ἐτετέγμην
152 . τιτρώσκω : πληγώνω , τραυματίζω
τιτρώσκω , ἐτίτρωσκον , τρώσω , ἔτρωσα , τέτρωκα , ἐτετρώκειν – τιτρώσκομαι , ἐτιτρωσκόμην , τρωθήσομαι , ἐτρώθην , τέτρωμαι , ἐτετρώμην
153 . τρέπω : στρέφω , γυρίζω
τρέπω , ἔτρεπον , τρέψω , ἔτρεψα καὶ ἔτραπον , τέτροφα καὶ τέτραφα , ἐτετρόφειν καὶ ἐτετράφειν - τρέπομαι , ἐτρεπόμην , τρέψομαι , τρεφθήσομαι καὶ τραπήσομαι , ἐτραπόμην , ἐτρέφθην καὶ ἐτράπην , τέτραμμαι , ἐτετράμμην
357