Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Page 255

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
Ἔνθα : ( για τόπο ) εδώ , εκεί , όπου ( για
Τα μόρια χρόνο ) τότε
Μόρια λέγονται οι άκλιτες λέξεις που χρησιμοποιούνται ως επιρρήματα ή ως σύνδεσμοι ή ως προθέσεις , για να εκφράσουν συνήθως διάφορες επιρρηματικές σχέσεις , όπως βεβαίωση , άρνηση , ευχή , προτροπή κλπ . Τα πιο συνήθη μόρια της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας είναι τα εξής :
Ἀεί : πάντοτε Ἀλλαχῇ : σε άλλο μέρος Ἄλλη : αλλού , σε άλλο μέρος Ἄλλως : αλλιώς , διαφορετικά , εκτός από αυτό , γενικά , απλώς Ἄλλωστε : και μάλιστα Ἄλλως τε καί : και μάλιστα Ἀντικρύ : απέναντι Ἄρα : ( με συμπερασματική σημασία ) λοιπόν Ἆρα : ( στην αρχή ερωτηματικής πρότασης , για διατύπωση αμφιβολίας ) ά- ραγε Αὖ : ( ως χρονικό ή τοπικό επίρρημα ) πάλι , από την άλλη μεριά Αὐτίκα : αμέσως , λοιπόν Γε : ( βεβαιωτικό μόριο ) βέβαια , τουλάχιστο Δεῦρο : εδώ , δεῦρο με προστακτική : ἴθι δεῦρο : έλα εδώ , έλα , εμπρός Δή : βέβαια , πραγματικά , λοιπόν Δῆτα : ( πιο εμφατικός τύπος από το δή ) αναμφίβολα , βέβαια Εἶεν ( ευκτική του εἰμί · χρησιμοποιείται , για να δηλώσει συγκατάθεση ) καλά , έστω , ας είναι
Ἐνθάδε : ( για τόπο ) εδώ , εκεί ( για χρόνο ) τώρα Ἔτι : ( σε καταφατικές προτάσεις ) α- κόμη , ( σε αρνητικές προτάσεις ή σε ρητορικές ερωτήσεις ) πια Εὐθύς : αμέσως Ἐνταῦθα : ( για τόπο ) εδώ , εκεί ( για χρόνο ) τώρα , τότε , ύστερα Ἔνθεν ( για τόπο ) από εκεί , ( για χρόνο ) ύστερα , ( μεταφορικά ) απ ’ όπου Ἦ : ( με βεβαιωτική σημασία ) πραγματικά , βέβαια ( με ερωτηματική σημασία ) αλήθεια ; ᾟ : ( για στάση σε τόπο ) όπου , ( για κίνηση σε τόπο ) σε κάποιο μέρος , ( για τρόπο ) όπως , ( με υπερθετικό ) όσο το δυνατό πιο πολύ Ἤδη : πια ( με ιστορικό χρόνο ) μέχρι τώρα , ( με μέλλοντα ) αμέσως , ( με ενεστώτα ή παρακείμενο ) τώρα πια , ( με προστακτική ) έλα τώρα Ἧττον : ( για ποσό ) λιγότερο , ( για τρόπο ) χειρότερα Μά : μόριο για όρκους
262