Η εξαγγελία του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, κ. Τρύφωνα Αλεξιάδη, για τη δημιουργία σώματος ανεξάρτητων εξειδικευμένων πραγματογνωμόνων, στάθηκε η αφορμή να απευθυνθούμε στον έγκριτο πραγματογνώμονα κ. Παναγιώτη Στρατή, ζητώντας του να σχολιάσει την εν λόγω πρόθεση του κ. Υπουργού. Η αφορμή αυτή, βέβαια, ήταν μια καλή ευκαιρία να του θέσουμε πολλά ερωτήματα γενικά περί των πραγματογνωμόνων της ελληνικής ασφαλιστικής αγοράς – και τελικά εκεί επικεντρώθηκε η συζήτησή μας: στον ρόλο τους, το νομοθετικό πλαίσιο, το επαγγελματικό περιβάλλον, τα προσόντα, τους κανόνες σύνταξης έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, κ. λπ. Για μας ήταν και ευτυχής συγκυρία, γιατί μας δόθηκε η ευκαιρία να συνομιλήσουμε με έναν εξαιρετικά έμπειρο πραγματογνώμονα της ελληνικής ασφαλιστικής αγοράς – συμπλήρωσε ήδη 40 χρόνια δραστηριοποίησης –, που χαίρει ευρύτατης εκτίμησης και αναγνώρισης, τόσο ο ίδιος προσωπικά όσο και το Γραφείο « Πασκάλ & Στρατής ΑΕ », του οποίου είναι μέτοχος. Ήταν, επίσης, ευτυχής συγκυρία, γιατί αξιοποιώντας τις γνώσεις και την εμπειρία του κ. Στρατή, μπορούμε να αναδείξουμε τον ρόλο του πραγματογνώμονα και τη συμβολή του στη διαδικασία της ασφαλιστικής αποζημίωσης και στην έξωθεν καλή μαρτυρία του κλάδου της ιδιωτικής ασφάλισης.
Συνέντευξη στην Αμαλία Ρουχωτά
Κύριε Στρατή, πότε εμφανίστηκαν, ιστορικά, οι πρώτοι πραγματογνώμονες και πώς μετεξελίχθησαν παράλληλα με την ανάπτυξη των ασφαλιστικών εργασιών; Π. Στρ.: Οι πραγματογνώμονες ή εμπειρογνώμονες ιστορικά εμφανίζονται πριν από 350 περίπου χρόνια, ταυτόχρονα σχεδόν με την πραγματοποίηση των πρώτων ασφαλιστικών εργασιών, ως αποτέλεσμα και των πρώτων ζημιών που σημειώθηκαν. Οι πρώτοι πραγματογνώμονες είναι οι ασχολούμενοι με τις ζημιές θαλασσίων ασφαλίσεων. Μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του Λονδίνου το 1666, η οποία, όπως κάθε μαζική καταστροφή, λειτούργησε ως προτρεπτικός παράγων για την ασφάλιση των περιουσιακών στοιχείων, την ανάπτυξη των ασφαλίσεων κατά κινδύνων πυρός και την επακόλουθη εμφάνιση ζημιών από πυρκαγιά, παρουσιάζονται και οι πρώτοι πραγματογνώμονες που ασχολούνται με την εκτίμηση των ζημιών του είδους αυτού. Από διάφορες, όμως, αναφερόμενες περιπτώσεις, φαίνεται ότι οι πρώτοι πραγματογνώμονες ήταν απόλυτα εξαρτημένοι από τις Ασφαλιστικές Εταιρείες ή τα υπάρχοντα Ασφαλιστικά Γραφεία. Η συνεχής ανάπτυξη των ασφαλιστικών εργασιών και η τεράστια επέκτασή τους στην ασφάλιση όλου του φάσματος των παραγωγικών και οικονομικών εκδηλώσεων, αλλά και η προσφορά νέων προγραμμάτων ή η κάλυψη σχεδόν κάθε είδους πιθανού κινδύνου, είχε ως αποτέλεσμα έναν συνεχώς αυξανόμενο αριθμό υποθέσεων, το εύρος και η πολυπλοκότητα των οποίων δεν μπορούσε πλέον να αντιμετωπισθεί από κάποιον μεμονωμένο υπάλληλο- εκτιμητή. Η ανάγκη δημιουργίας κλίματος αντικειμενικότητας μεταξύ των παθόντων ασφαλισμένων και των Ασφαλιστικών Εταιρειών, αλλά και ο όγκος των υποθέσεων κατέστησε εκ των πραγμάτων αναγκαία την ύπαρξη εξειδικευμένων- ανεξάρτητων ατόμων ή ομάδος ατόμων, που θα επιλαμβάνονταν της διερεύνησης και της εκτίμησης των υποθέσεων αυτών. Και το κενό, όπως ήταν φυσικό, καλύφθηκε με την εμφάνιση των ανεξάρτητων γραφείων πραγματογνωμόνων, που έφθασαν να έχουν τη μορφή που όλοι μας πλέον γνωρίζουμε. Ο πραγματογνώμων ως εκτιμητής ζημιών και επιθεωρητής κινδύνων, σύμφωνα με την υπάρχουσα εμπειρία και πρακτική, είναι ο επαγγελματίας που, είτε μεμονωμένα, είτε ως συνεργαζόμενος ή μέλος κάποιας επιχείρησης, λειτουργεί μετά από ανάθεση συγκεκριμένης εντολής, από μία ή περισσότερες Ασφαλιστικές Εταιρείες, για να εκτιμήσει συγκεκριμένη ζημιά ή να επιθεωρήσει και προεκτιμήσει κάποιον ήδη ασφαλισμένο ή προς ασφάλιση κίνδυνο.
Ποιο είναι το νομοθετικό πλαίσιο ορισμού και λειτουργίας των πραγματογνωμόνων; O νέος νόμος 4364 / 2016 τι καινούργιο φέρνει ως προς τις υποχρεώσεις και τον ρόλο τους; Π. Στρ.: Στον τομέα της ιδιωτικής ασφάλισης, οι πραγματογνώμονες, κατόπιν εντολής των ασφαλιστικών / αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, αναλαμβάνουν το ουσιαστικό εγχείρημα της αναζήτησης των αιτιών μίας ζημίας και της αποτίμησης αυτής. Στην Ελλάδα, δεν υπάρχει συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο που να διέπει τη λειτουργία των πραγματογνωμόνων και τη μορφοποίηση των εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης που συντάσσουν. Την απουσία συγκεκριμένου νομικού πλαισίου επιχειρούσε να καλύψει το μέχρι πρότινος ισχύον νομικό πλαίσιο του ν. δ. 400 / 1970( ΦΕΚ Α 10), όπου γινόταν μία περιορισμένη αναφορά στις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα πραγματογνωμόνων που διορίζονταν από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις για την εκτίμηση πραγματοποιηθείσας ζημίας και τον καθορισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 29 παρ. 1 του ως άνω νομοθετικού διατάγματος, προβλεπόταν η υποχρέωση των διοριζόμενων από την ασφαλιστική επιχείρηση πραγματογνωμόνων να κοινοποιούν στον ζημιωθέντα ασφαλισμένο αντίγραφο της συνταχθείσας έκθεσης, σχετικά με την εκτίμηση της ζημίας και τον καθορισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης. Η ίδια ακριβώς υποχρέωση εμπεριέχεται και στον νέο νόμο 4364 / 2016( ΦΕΚ Α 13 5.2.2016) για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2009 / 138 / ΕΚ( γνωστή ως Φερεγγυότητα ΙΙ), με τον οποίο από την 1 η Ιανουαρίου 2016 καταργήθηκε το ν. δ. 400 / 1970. Ειδικότερα, στο άρθρο 259 του νέου νόμου επαναλαμβάνονται σχεδόν πανομοιότυπες οι διατάξεις των δύο πρώτων παραγράφων του άρθρου 29 ν. δ. 400 / 1970, συμπεριλαμβανομένης συνεπώς και της
( AΠΡΙΛΙΟΣ 2016) 29