ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ Σχολικό Έτoς 2021 – 2022 | Page 79

ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΝΕΡΌΝ

Προτεραιότητες

Ένας δυνατός ήχος διαταράσσει τον ύπνο μου και ξυπνάω . Δεν έχει ξημερώσει ακόμα , αλλά τα ζαλισμένα μου μάτια το βλέπουν .

Δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να μην προσέξει το τείχος φωτιάς , που ερχόταν προς το μέρος μου . Το ένστικτό μου μού λέει να τρέξω , μα αισθάνομαι ότι ξεχνάω κάτι . Την αδελφή μου . Πηγαίνω γρήγορα στο υπνοδωμάτιό της και τη βλέπω να κοιμάται ήρεμη . Πώς μπορώ να την ξυπνήσω από τον ύπνο της που μπορεί να είναι και ο τελευταίος της ; Δε θα μπορούσα , όμως , να συγχωρέσω τον εαυτό μου αν την άφηνα αβοήθητη εδώ .
Την ξυπνάω και με το που καταλαβαίνει τι συμβαίνει αποτυπώνεται ο τρόμος στο πρόσωπό της . Μου πιάνει το δεξί χέρι με τόση δύναμη που πονάω . Την κοιτάζω στα μάτια και ξέρω πως σκεφτόμαστε το ίδιο . Οι γονείς μας τι απέγιναν . Να κοιμούνται ακόμα ; Ή μήπως ….
Απορρίπτω αμέσως κάθε άλλη σκέψη και με την αδελφή μου τρέχουμε στο δωμάτιο των γονιών μας .
Κατεβαίνουμε τις σκάλες , διασχίζουμε το σαλόνι και φτάνουμε στον χώρο που ήταν κάποτε το δωμάτιό τους και τώρα το έχουν καταπιεί οι φλόγες .
Καταλαβαίνω αμέσως πως δεν υπάρχει ελπίδα . Οι γονείς μας είναι νεκροί . Η αδελφή μου δε χάνει την ελπίδα της και επιμένει να μπούμε μέσα , αλλά δεν την αφήνω , γιατί ξέρω . Όμως με τραβάει στη φωτιά . Ευτυχώς είμαι πιο δυνατή και την τραβάω πίσω . Την πιάνω από τους ώμους , τη σηκώνω μέχρι το πρόσωπό μου και της φωνάζω τόσο δυνατά που η φωνή μου ξεπερνά τον ήχο της φωτιάς που καταστρέφει το ξύλο . Στο τέλος με ακούει και δεν χτυπιέται άλλο .
Βγαίνουμε τρέχοντας από το σπίτι έχοντας χάσει μία μητέρα και έναν πατέρα . Η αδελφή μου κλαίει σιγανά , αλλά όσο και να θέλω να κλάψω και εγώ αντιστέκομαι . Αυτό που μου μένει να κάνω τώρα είναι να σώσω την αδελφή μου , ακόμα και αν αυτό σημαίνει τον δικό μου θάνατο .
Το χάος έξω είναι ακόμα πιο έντονο . Νεκρά σώματα βρίσκονται στοιβαγμένα στην άκρη του δρόμου , παιδιά ψάχνουν τους γονείς τους και άλλα κλαίνε για τον χαμό τους , άντρες προσπαθούν να κουβαλήσουν τα τραυματισμένα σώματα των δικών τους μη θέλοντας να τα αφήσουν πίσω και αγαπημένα ζευγάρια αγκαλιάζονται για τελευταία φορά .
Με το χέρι της αδελφής μου να με επαναφέρει ξανά στην πραγματικότητα τρέχω και ακολουθεί και εκείνη . Ακολουθώ το τρομαγμένο πλήθος και σε λίγο καταλαβαίνω πού πηγαίνουν . Στο λιμάνι .
Η τελευταία τους ελπίδα είναι εκεί . Η τελευταία ελπίδα της αδελφής μου . Με αυτήν την ιδέα γεμίζω θάρρος και συνεχίζω . Πρέπει να τρέχουμε μία ώρα τώρα και μας έχει καταβάλει η κούραση . Οι μύες μου πονάνε και το στομάχι μου ανακατεύεται από τον πυκνό καπνό που απειλεί να μας πνίξει . Σηκώνω την μπλούζα μέχρι τη μύτη μου και κάνω το ίδιο και στην αδελφή μου .
Τρέχω βήχοντας με τον λαιμό και τη μύτη μου να καίνε . Οι πνεύμονές μου ψήνονται και η ενόχληση μετατρέπεται σε δύσπνοια έως ότου κάθε ανάσα προκαλεί έναν καυτό πόνο στο στήθος μου . Ξέρω όμως ότι πρέπει να συνεχίσω . Ρίχνω ένα γρήγορο βλέμμα στην αδελφή μου και καταλαβαίνω ότι και αυτή υποφέρει . Ευτυχώς , όμως , φτάσαμε στο λιμάνι . Αναστατωμένοι άνθρωποι μάς σπρώχνουν μπροστά λέγοντας « Τα παιδιά , πάρτε τα παιδιά ». Σε λιγότερο από ένα λεπτό βρισκόμασταν μπροστά από την τελευταία βάρκα . Όμως , χώραγε μόνο ένας …. Δίχως να το πολυσκεφτώ την πιάνω από τη μέση και την βάζω στη βάρκα .
Της λέω ένα τελευταίο αντίο , την φιλάω στο μάγουλο και λέω στη γυναίκα με τα κουπιά να φύγει . Η αδελφή μου ουρλιάζει το όνομά μου και κλαίει . Μου λέει να μην την αφήσω . Την κοιτάζω βουρκωμένη και την αποχαιρετάω άλλη μία φορά . Σηκώνω το χέρι μου και της νεύω , έως ότου έχει φτάσει τόσο μακριά που δεν την ακούω ούτε αυτή με βλέπει . Και τότε είναι που ξεσπάω σε κλάματα .
ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ β5
ΑΝΔΡΙΆΝΑ ΣΙΆΤΟΥ α3
ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΝΕΡΌΝ
77