72
ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ
αντέχει να το κρατήσει το κλαρί του και πρέπει να πέσει στο δρόμο . Ανασηκώθηκα κι έτρεξα να τη βοηθήσω . Ήταν απέναντί μου , όμως ένιωθα ότι έτρεχα για ώρες μέχρι να τη φτάσω και όσο και αν πλησίαζα , ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα , εκείνη απομακρυνόταν όλο και περισσότερο . Την έπιασα σφιχτά από τους ώμους , της σκούπισα τα χέρια και την οδήγησα στον βελούδινο καναπέ . Στάθηκα δίπλα της και εκείνη με γαλήνια φωνή μου είπε : « Είμαι μια χαρά , μην ανησυχείς !». Δεν μπορούσα να την πιστέψω . Ένιωσα ότι την πρόδωσα που επέτρεψα στον εαυτό μου να κάνει κακές σκέψεις .
Την ώρα που τη σκέπαζα , μου σταμάτησε το χέρι και με τρεμάμενη φωνή είπε : « Εσύ δεν ήθελες να μάθεις αυτό το ιδιαίτερο που σου φύλαγα για το τέλος ; Άνοιξε αυτό το συρτάρι , ήρθε η ώρα να μάθεις ». Κατέβαλα πολλές προσπάθειες μέχρι να βρω το θάρρος να το ανοίξω .
Ένα δερμάτινο ημερολόγιο … Με κοίταξε με αυτά τα κρυστάλλινα μάτια και με το δάχτυλό της γύρισε τις σελίδες μέχρι που σκάλωσε σε μια και μου έκανε νόημα να διαβάσω :
« Αύγουστος 1922 , Σμύρνη Η μεγάλη καταστροφή
Δεν θυμάμαι πολλά . Αυτό που θυμάμαι είναι η Σμύρνη να βυθίζεται στις φλόγες και ο κόσμος να τρέχει πανικόβλητος . Εγώ ήμουν με ένα μικρό βαλιτσάκι στο χέρι , ποιος ξέρει τι είχα πετάξει εκεί μέσα στον πανικό που βρισκόμουν . Τα μάτια μου είχαν κοκκινίσει , καθώς αντανακλούσαν την κόκκινη απειλή που έκαιγε την πόλη μου , τη ζωή μου . Η οικογένειά μου … άφαντη . Δεν ήξερα που να πρωτοκοιτάξω . Η φωτιά εισέβαλλε από παντού και έκαιγε βασανιστικά την ψυχή μου . Άρχισα να φωνάζω πανικόβλητη : « Μαμά , Μπαμπά !» και ξανά « Μαμά , Μπαμπά !» και ξανά και ξανά . Απάντηση όμως δεν λάμβανα από πουθενά .
Άρχισα να κλαίω , δεν ήξερα τι άλλο να κάνω . Το μόνο που ήθελα ήταν να ανοίξει η γη και να με καταπιεί , να μην είμαι κομμάτι αυτής της αισχρής εικόνας . Και οι φωνές ανατριχιαστικές , μέχρι και ο ήχος από τα πέταλα των αλόγων ακουγόταν τόσο ταλαιπωρημένος . Είτε μπροστά πήγαινα είτε πίσω θα συναντούσα κάτι που προσπαθούσα απελπισμένα να αποφύγω . Στη μια περίπτωση θα με κατάπινε η φλόγα , ενώ στην άλλη θα πάλευα με το νερό της θάλασσας , για να γλιτώσω . Δεν πρόλαβα , όταν ένα χέρι τράβηξε το φουστάνι μου και με έριξε στη θάλασσα φωνάζοντας : « Τρέχα , να σωθείς !».
Στο νερό επέπλεαν πτώματα , ενώ άλλοι προσπαθούσαν να ανέβουν στα πλοία , να σωθούν . Δεν είχα το κουράγιο , τη δύναμη να παλέψω σε αυτή τη μάχη διάσωσης . Μάλλον το ρεύμα πρέπει να με έστειλε μπροστά σε αυτή τη σχοινένια σκάλα . Το μόνο που θυμάμαι είναι να κρατάω σφιχτά το βαλιτσάκι μου και κάποιος να με σπρώχνει να ανέβω στο πλοίο . Ξαφνικά βρέθηκα να κοιτάω από ψηλά τη στάχτη που είχε αφήσει πίσω της η φωτιά . Όσο για την οικογένειά μου , ποτέ δεν έμαθα .
Αν και σύντομα κατάλαβα . Θύμωσα , γιατί δεν κατάφερα να τους σώσω . Θύμωσα , γιατί επέτρεψα στον εαυτό μου να με προσβάλουν έτσι . Δεν υπήρχε ελπίδα , είχε καεί μαζί με την πατρίδα μου ».
Ύστερα προχώρησα λίγες σελίδες …
Η άφιξη
« Αύγουστος 1922 , Πειραιάς
Το πλοίο μάς οδήγησε στην Αθήνα . Εκεί κατεβήκαμε όλοι εξαντλημένοι και άδειοι : η φωτιά είχε κλέψει την παλιά μας ζωή και την οικογένειά μας . Προσπάθησα να βρω τη δύναμη να μαζέψω το βαλιτσάκι μου από το δρόμο και μαζί και τα απομεινάρια της ψυχής μου . Δεν τα κατάφερα ». Λίγο παρακάτω : « Δεν περίμενα τέτοια υποδοχή . Οι άνθρωποι στην Αθήνα ήταν τόσο ψυχροί και αγενείς , μας κοιτούσαν με μισό μάτι …»
Η γιαγιά προσπέρασε κάποιες σελίδες και μου είπε με ασθενή φωνή : « Αυτό , αυτό πρέπει να διαβάσεις ».