PEOPLE
Μυκονιάτης στην ψυχή, ο Luis Orozco, που έφυγε πέρυσι από τη ζωή πλή-
ρης ημερών, ανήκει στους ξένους που ήρθαν στο νησί για να μείνουν, το
αγάπησαν και το είπαν «πατρίδα» τους. Ο ίδιος το τίμησε και με την τέχνη
του, για πάνω από μισό αιώνα, μια ολόκληρη ζωή.
Η αλήθεια είναι πως δεν ήρθε στη Μύκονο με την πρόθεση να μείνει
για πάντα. Κανείς δεν μπορεί να πει ποιος έρωτας ήρθε πρώτος: για μια
Μυκονιάτισσα ή για την ίδια τη Μύκονο, στην οποία βρήκε έναν τόπο που
μπορούσε να ζωγραφίσει, με υλικό αρκετό για μια ζωή.
Δεν ήταν βέβαια η Μύκονος που ξέρουμε τώρα. Ήταν η Μύκονος του ’60,
που ζούσε ακόμη την εποχή της αθωότητάς της. Ο «Λούης» την πρωτογνώ-
ρισε Πάσχα, ύστερα από ταξίδι 11 ωρών. Μαγεύτηκε από τις ανθρώπινες
διαστάσεις των γειτονιών και του τοπίου της, από την αρχιτεκτονική της,
από το ελεύθερο πνεύμα της, από τις γυναίκες και τα αιλουροειδή της.
Και βρήκε πολύ χρώμα σ’ εκείνο το «άσπρο περιστέρι». Πολλοί είπαν ότι
έφερε στο νησί τα δικά του χρώματα, ότι το ερμήνευσε με τα χρώματα
του Μεξικού. Εκείνος διαφωνούσε. Ζωγράφιζε με το σκούρο πράσινο
των κυπαρισσιών, με το ασημί γκριζοπράσινο των ελαιόδεντρων, με το
φλογερό κόκκινο των ανοιξιάτικων παπαρούνων, το βαθύ πορτοκαλί των
πέτρινων τοίχων που πύρωναν στον καλοκαιρινό ήλιο, με όλα τα χρώ-
ματα που έβαφαν τους λευκούς τοίχους της Χώρας το δειλινό, με όλες
τις αποχρώσεις των φρούτων και των λαχανικών που κουβαλούσαν τα
γαϊδουράκια των αγροτών.
Ο τόπος τον κέρδισε, αλλά τον γοήτευσαν και οι άνθρωποι που τον κα-
τοικούσαν. Άνθρωποι που τότε, καθώς επέστρεφαν στο σπίτι τους από
τη δουλειά, έπιαναν στους δρόμους το τραγούδι και, όταν έπιναν στις
ταβέρνες ένα ποτηράκι, έστηναν αυθόρμητο χορό, χωρίς να τους νοιάζει
ποιος ήταν γύρω, χωρίς να θέλουν να επιδειχτούν. Η Μύκονος τότε είχε
ηλεκτρισμό μέχρι τις 10 το βράδυ. Τα δρομάκια ήταν γεμάτα παιδιά που
έπαιζαν χωρίς να κινδυνεύουν να χαθούν. Ήταν ένας τόπος ασφαλής,
οικείος, ζεστός. Ένας τόπος αληθινός, που κράτησε κοντά του τόσους
και τόσους ξένους. Ένας τόπος που τελικά υπέκυψε και άλλαξε. Αλλά ζει
ακόμη στους πίνακες του Μεξικανού ζωγράφου που τον λάτρεψε.
226 | bestofMykonos
Mykonian at soul, Luis Orozco, passed away last year after living a
full life. He belongs to the foreigners who came to the island, stayed,
loved it and called it home. He honored it with his art for over half a
century—an entire lifetime.
The fact of the matter is, he didn’t come to Mykonos to stay for good.
No one can say which love came first: a love for a Mykonian woman,
or for Mykonos itself, in which he found a place where he could paint,
with enough material to last a lifetime.
Of course, that wasn't the Mykonos we know of now. It was the Mykonos
of the 60s, which still lived in the age of innocence. It was Easter when
Luis first met it, following an 11-hour journey. He was enchanted by the
human dimensions of its neighborhoods and landscape, its architecture,
its free spirit, its women and felines. And he found plenty of color in that
“white dove”. Many said that he brought his own colors to the island;
that he interpreted it through the colors of Mexico. He disagreed. He
painted with the dark green of cypress trees, with the silver-grey-green
of olive trees, with the fiery red of spring poppies, the deep orange of
the stone walls baked by the summer sun, with all the colors which
painted the walls of Chora at dusk, with all the shades of the fruit and
vegetables carried by the farmers’ donkeys.
The land may have won him over, but its inhabitants were those that
charmed him. People of the time; as they came home from work, they’d
start singing in the streets and, after drinking a glass of wine in the
tavern, would start dancing spontaneously, without caring about who
was around, without wanting to show off. Back then, Mykonos only
had electricity until 10 in the evening. The alleys were full of children,
playing without the risk of getting lost. It was a safe, familiar, warm
place. A place that was real; a place which held so many other foreigners
close. A place which eventually succumbed and changed, but which
still lives in the paintings of the Mexican painter who adored it.